Η ΚΑΡΑΜΕΛΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΣΠΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ (ΥΠΟΘΕΣΗ KOKOPELLI)

Στις 12 Ιουλίου 2012 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκεσε προδικαστικό ερώτημα  για το κύρος των οδηγιών που άπτονται της  παραγωγής  και εμπορίας  σπόρων  παραδοσιακών ποικιλιών (εκτός επίσημου καταλόγου) . Το ερώτημα υπέβαλε δικαστήριο της Γαλλίας σχετικά με την υπόθεση Kokopelli-Baumaux  όσον αφορά την εμπορία σπόρων προς σπορά κηπευτικών.

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

            Η Kokopelli είναι μη κερδοσκοπική οργάνωση στη Γαλλία, η οποία πωλεί σπόρους προς σπορά παλαιών ποικιλιών κηπευτικών και καλλωπιστικών φυτών βιολογικής καλλιέργειας και διαθέτει στα μέλη της ορισμένες κηπευτικές ποικιλίες που καλλιεργούνται ελάχιστα στη Γαλλία. Η Baumaux δραστηριοποιείται στην επεξεργασία και εμπορία σπόρων για σπορά τόσο καλλωπιστικών όσο και κηπευτικών φυτών. Η εν λόγω εταιρία άσκησε το 2005 αγωγή λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού κατά της Kokopelli, ζητώντας, μεταξύ άλλων, κατ’ αποκοπή αποζημίωση ύψους 50 000 ευρώ, καθώς και να παύσει η διαφήμιση των ποικιλιών που διέθετε στο εμπόριο.
            Με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2008, το tribunal de grande instance de Nancy υποχρέωσε την Kokopelli να καταβάλει αποζημίωση στη Baumaux για αθέμιτο ανταγωνισμό. Το δικαστήριο αυτό διαπίστωσε ότι η Kokopelli και η Baumaux δραστηριοποιούνταν στον τομέα των παλαιών ή σπάνιων σπόρων, διέθεταν στο εμπόριο, μεταξύ άλλων, 233 προϊόντα που ήταν παρόμοια ή πανομοιότυπα και απευθύνονταν στην ίδια πελατεία ερασιτεχνών κηπουρών, τελούσαν επομένως σε σχέση ανταγωνισμού. Έκρινε, ως εκ τούτου, ότι η Kokopelli, διαθέτοντας στο εμπόριο σπόρους για κηπευτικά φυτά που δεν συμπεριλαμβάνονται ούτε στον γαλλικό κατάλογο ούτε στον κοινό κατάλογο περί ποικιλιών λαχανικών, προέβη σε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού.
            Η Kokopelli άσκησε έφεση ενώπιον του cour d’appel de Nancy. Υπό τις συνθήκες αυτές, το cour d’appel de Nancy αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι σύμφωνες με τα δικαιώματα και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, της αναλογικότητας, της ισότητας ή της απαγορεύσεως διακρίσεων, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, και με τις απορρέουσες από την Διεθνή Σύμβαση για τους Φυτογενετικούς Πόρους δεσμεύσεις οι οδηγίες 98/95/ΕΚ, 2002/53/ΕΚ και 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου και 2009/145 της Επιτροπής καθόσον επιβάλλουν περιορισμούς στην παραγωγή και εμπορία παλαιών σπόρων και φυτικών ειδών;»

Η απόφαση  [1]

«Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος της οδηγίας 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών, και της οδηγίας 2009/145/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την πρόβλεψη ορισμένων παρεκκλίσεων για την αποδοχή ντόπιων αβελτίωτων φυλών και ποικιλιών κηπευτικών που καλλιεργούνται κατά παράδοση σε συγκεκριμένους τόπους και περιφέρειες και απειλούνται με γενετική διάβρωση και ποικιλιών κηπευτικών οι οποίες δεν έχουν εγγενή αξία για εμπορική φυτική παραγωγή αλλά αναπτύσσονται για καλλιέργεια υπό ιδιαίτερες συνθήκες, και για την εμπορία σπόρων προς σπορά των εν λόγω ντόπιων φυλών και ποικιλιών.»

Τι σημαίνει η απόφαση για το ευρωπαϊκό κίνημα των σπόρων

            Η απόφαση αυτή έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τις απαιτήσεις των εταιρειών σπόρων της «ελεύθερης αγοράς» για τον έλεγχο των σπόρων στην Ευρώπη και σε παγκόσμιο επίπεδο. Το Ευρωπαϊκό δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις σοβαρές αντιρρήσεις που έχουν τεθεί αναφορικά με τους περιορισμούς που επιβάλλει η σχετική νομοθεσία στην παραγωγή  διακίνηση  και εμπορία των ντόπιων αβελτίωτων ποικιλιών (ποσοτικοί, γεωγραφικοί, γραφειοκρατικοί) και οι οποίες εκφράστηκαν πολύ έντονα στις διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σε όλα τα κράτη μέλη.
            Συγκεκριμένα, έχουν εκφραστεί αντιρρήσεις κατά πόσο η παρούσα Ευρωπαϊκή νομοθεσία  για τους γενετικούς πόρους μπορεί να εκπληρώσει  το σκοπό της διατήρησης και αειφορικής χρήσης των γενετικών πόρων και έτσι ουσιαστικά να εφαρμόσει στην πράξη τη Διεθνή Συνθήκη για τους Φυτογενετικούς Πόρους  που υπογράφτηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, διότι πρωτίστως επικεντρώθηκε στην εμπορία των σπόρων και επίσης διότι αφήνει μεγάλα περιθώρια μετάφρασης και εφαρμογής από κάθε κράτος μέλος [2].
            Υπάρχουν αντιρρήσεις για το γεγονός ότι οι ντόπιες ποικιλίες αντιμετωπίζονται ως «ποικιλίες που  δεν έχουν εγγενή αξία για εμπορική φυτική παραγωγή» και υποστηρίζεται ότι τα κριτήρια Διακριτότητας, Ομοιομορφίας και Σταθερότητας που απαιτούνται για την αποδοχή των παραδοσιακών ποικιλιών στον κατάλογο απαιτούν σταθερή συμπεριφορά των ποικιλιών στο χρόνο κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη φύση των παραδοσιακών ποικιλιών να εξελίσσονται δυναμικά σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Επομένως, εφ’ όσον οι παραδοσιακές ποικιλίες δεν είναι ούτε σταθερές ούτε ομοιόμορφες δεν μπορούν να  εγγραφούν [3]. Σημειωτέον ότι το πλαίσιο των παρεκκλίσεων που θεσπίστηκε για την εγγραφή των παραδοσιακών ποικιλιών στους εθνικούς καταλόγους απορρέει από υποχρέωση της ΕΕ  στη Διεθνή Συνθήκη για τους Φυτογενετικούς Πόρους[4] και αναθεωρείται στις 31 /12/2013 εκ νέου. Προφανώς, η πρόσφατη αυτή απόφαση που θα χρησιμοποιηθεί ενάντια στην έφεση της Kokopelli θα λειτουργήσει επίσης αρνητικά στην επόμενη αναθεώρηση των  σχετικών οδηγιών, σε περίπου ένα χρόνο.
            Ένα άλλο στοιχείο που προέκυψε από αυτήν την απόφαση, με την οποία κρίνονται έγκυροι και νόμιμοι οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί για τους σπόρους των ντόπιων ποικιλιών, είναι ότι προβάλλεται πολύ το αιτιολογικό ότι εξυπηρετούν την αναγκαιότητα των αποδόσεων. Ύστερα από τις διαδοχικές αναθεωρήσεις της ΚΑΠ η παραγωγικότητα  στην αγροτική πολιτική πέρασε σε δεύτερη μοίρα μετά την ποιότητα. Το φάντασμα έτσι των μεγάλων αποδόσεων ξαναζωντανεύει τώρα με τρόπο υποκριτικό, ώστε να στηρίξει τους  κύριους πυλώνες  ελέγχου δηλ. πιστοποίησης (και εμπορικότητας) των σπόρων (διακριτότητα, ομοιομορφία, απόδοση) αποκλείοντας έτσι από την «ελεύθερη αγορά» τις ντόπιες ποικιλίες και τους παραγωγούς τους δηλ τους απλούς γεωργούς. Οποιεσδήποτε από αυτές καταφέρνουν να εισαχθούν νόμιμα στην αγορά αποτελούν μονοπώλιο των εταιρειών σπόρων και όχι των γεωργών ή των οργανώσεών τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι  η Kokopelli αποκαλείται συνεχώς ως «εταιρεία σπόρων» και εξισώνεται  με την Baumaux  ως ανταγωνιστής της.

Επίλογος

            Παρ’ όλα αυτά ο αγώνας για ελευθερία των σπόρων και απόδοση των δικαιωμάτων στους γεωργούς ως πρώτους βελτιωτές και φύλακες της βιοποικιλότητας  συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Όχι μόνο οι αποφάσεις του ευρωπαϊκού δικαστηρίου και γενικά  η νομοθεσία θα πρέπει να απασχολεί την ελληνική κοινή γνώμη, αλλά και ο αγώνας των ευρωπαίων συμπολιτών μας για τα δικαιώματα των σπόρων,  σε όλα τα επίπεδα πρέπει να λειτουργεί ως παράδειγμα. Ο αγώνας αυτός είναι σκληρός και άνισος και μόνο η σύμπνοια των ευρωπαϊκών λαών και η συνεργασία ως ενιαίο κίνημα μπορεί να ανατρέψει τις πολιτικές του παγκόσμιου καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς εις βάρος της διατροφικής ασφάλειας και της ευημερίας του κόσμου.
            Στην Ελλάδα, παρά την ευαισθητοποίηση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας για την αξία των παραδοσιακών ποικιλιών, δεν  έχουν γίνει ακόμη συνέργιες και δράσεις ικανές να θωρακίσουν τα δικαιώματα των ελλήνων γεωργών και καταναλωτών σε σχέση με την παραγωγή, διακίνηση και χρήση των ντόπιων ποικιλιών. Αυτό απορρέει από το γεγονός ότι είμαστε περισσότερο θεατές των εξελίξεων  σε όλα τα επίπεδα  και λιγότερο πρωταγωνιστές ή απλά επηρεαστές των όρων και των γεγονότων. Πολύ περισσότερο τώρα που η οικονομική κρίση καθορίζει τις τύχες τόσο του λαού αυτής της χώρας όσο και της πλούσιας ελληνικής φύσης αλλά και το αποτέλεσμα των ‘διαπραγματεύσεων’ για τις δανειακές συμβάσεις και το μνημόνιο. Απέναντι στις επερχόμενες ιδιωτικοποιήσεις, τη διάλυση των φορέων προστασίας και διαχείρισης της γεωργικής βιοοπικιλότητας (βλ ΕΘΙΑΓΕ) και την πίεση για νομιμοποίηση των γενετικά τροποποιημένων και των πατεντών,  η ευθύνη του ελληνικού κινήματος  για τους σπόρους είναι μεγάλη και ανάλογη της πρόκλησης. Μένει να λιγοστέψουμε τα λόγια και να αυξήσουμε την αποτελεσματικότητά μας με έργα και συνέργιες. 

 

[1] Court of Justice of the European Union PRESS RELEASE No 97/12,Luxembourg, 12 July 2012
[2] Κουτής Κ. 2011. Αξιολόγηση και αξιοποίηση εγχώριων ποικιλιών σιταριού σε περιβάλλον μειωμένων εισροών. Διδακτορική διατριβή. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης, Τμήμα Γεωπονίας.
[3] Newton AC, Akar T, Baresel JP, Bebeli PJ, Bettencourt E, Bladenopoulos KV, Czembor JH, Fasoula DA, Katsiotis A, Koutis K, Koutsika-Sotiriou M, Kovács G, Larsson H, Pinheiro de Carvalho MAA, Rubiales D, Russell J, Dos Santos TMM, and Vaz Patto MC. 2009. Cereal landraces for sustainable agriculture (review). Agron Sustain Dev 30: 237-269
[4] International Treaty on Plant Genetic Resources for Food and Agriculture (ITPGRFA), η οποία υπογράφτηκε με την υπ αριθμό 2004/869/EΕ απόφαση  της 24ης Φεβρουαρίου 2004 (OJ 2004 L 378, p. 1).
Κώστας Κουτής, ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ

 

This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις. Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *