Τρεις εγκεκριμένοι Γενετικά Τροποποιημένοι Οργανισμοί συνδέονται με βλάβες οργάνων

Rady Ananda
Σε μια εργασία, που θεωρήθηκε ως η διεξοδικότερη μελέτη των επιπτώσεων των γενετικά τροποποιημένων (Γ.Τ.) τροφίμων στην υγεία των θηλαστικών, οι ερευνητές συνέδεσαν άμεσα την κατανάλωση Γ.Τ. καλαμποκιού της Μονσάντο με βλάβες σε διάφορα όργανα του οργανισμού. Και οι τρεις ποικιλίες του Γ.Τ. καλαμποκιού – Mon 810, Mon 863 και NK 603 – έχουν εγκριθεί για κατανάλωση από τις υπηρεσίες ασφαλείας τροφίμων των ΗΠΑ, της Ευρώπης και αρκετών άλλων χωρών. Τα εμπιστευτικά ακατέργαστα στοιχεία των διατροφικών δοκιμών που έκανε πάνω σε ποντίκια το 2002 η Μονσάντο και που χρησιμοποιήθηκαν για να εγκριθούν τα Γ.Τ. καλαμπόκια σε διάφορες περιοχές του κόσμου δημοσιοποιήθηκαν το 2005 από τις ευρωπαϊκές αρχές. Τα ίδια ακριβώς στοιχεία είναι αυτά που ανέλυσε και η καινούργια ομάδα των ερευνητών.
Η επιτροπή έρευνας και πληροφόρησης πάνω στη γενετική μηχανική (CRIIGEN – Committee of Research and Information on Genetic Engineering) και τα πανεπιστήμια της Caen και της Rouen μελέτησαν τα στοιχεία του διατροφικού προγράμματος δοκιμών της Μονσάντο, διάρκειας 90 ημερών, των Γ.Τ. ποικιλιών Mon 810 και Mon 863 που έχουν εντομοκτόνες ιδιότητες, καθώς και της εμποτισμένης με το ζιζανιοκτόνο Roundup NK 603. Τα στοιχεία «έδειξαν ξεκάθαρα τις δυσμενείς επιπτώσεις στα νεφρά, το συκώτι και τα όργανα διαιτητικής αποτοξίνωσης, όπως επίσης και διαφορετικά επίπεδα βλάβης στην καρδιά, τα επινεφρίδια, τη σπλήνα και το αιμοποιητικό σύστημα», ανέφερε ο Gilles-Eric Séralini, μοριακός βιολόγος του πανεπιστημίου της Caen.
Αν και ανιχνεύθηκαν διαφορετικά επίπεδα ζημιογόνου επίπτωσης στα ζωτικά όργανα μεταξύ των τριών γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (Γ.Τ.Ο.), η έρευνα του 2009 έφερε στην επιφάνεια συγκεκριμένα αποτελέσματα, άμεσα συνδεδεμένα με την κατανάλωση του κάθε Γ.Τ.Ο. ξεχωριστά, διαφοροποιημένα ανά φύλο και δόση. Η μελέτη αυτή, που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 2009, παρουσιάστηκε στη διεθνή εφημερίδα βιολογικών επιστημών (IJBS – International Journal of Biological Sciences) και είναι σύμφωνη με μία ανάλυση που πραγματοποίησε η CRIIGEN το 2007 πάνω στην ποικιλία Mon 863, χρησιμοποιώντας τα ίδια στοιχεία και που δημοσιεύτηκε στην «Περιβαλλοντολογική Μόλυνση και Τοξικολογία». Η Μονσάντο απέρριψε τα συμπεράσματα του 2007, δηλώνοντας πως «οι αναλύσεις που διεξήχθησαν δεν είναι σύμφωνες με αυτό που παραδοσιακά είναι αποδεκτό για χρήση από τους τοξικολόγους στις αναλύσεις των τοξικολογικών στοιχείων των ποντικιών».
Ο Séralini από τη μεριά του εξήγησε μέσω ενός email πως η μελέτη τους προχώρησε πιο πέρα από τις αναλύσεις της Μονσάντο, ερευνώντας τη διαφορετικότητα των επιπτώσεων στην υγεία των θηλαστικών ανά φύλο, γεγονός που η Μονσάντο αγνόησε: «Η μελέτη μας έρχεται σε αντίθεση με τα συμπεράσματα της Μονσάντο, επειδή η Μονσάντο συστηματικά παραλείπει σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία των θηλαστικών σε σχέση με το φύλο τους ή σε περίπτωση δυσανάλογων δόσεων. Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό λάθος που έχει δραματικά αποτελέσματα στη δημόσια υγεία. Αυτό είναι και το κύριο συμπέρασμα που απορρέει από την εργασία μας, τη μόνη προσεκτική περαιτέρω ανάλυση των ακατέργαστων στατιστικών στοιχείων της Μονσάντο».
Όταν γίνονται οι έλεγχοι τοξικότητας ή ασφάλειας απέναντι στα φυτοφάρμακα, το πρωτόκολλο απαιτεί τη χρήση τριών διαφορετικών ειδών θηλαστικών. Η μελέτη του θέματος μας, αν και πήρε τελικά την έγκριση χρήσης των Γ.Τ.Ο. σε πάνω από δώδεκα κράτη, χρησιμοποίησε μόνο ποντίκια. Επιπρόσθετα, τα χρόνια προβλήματα σπάνια αποκαλύπτονται σε μία περίοδο 90 ημερών. Συνήθως οι έλεγχοι αυτοί διαρκούν μέχρι και δύο χρόνια. Έλεγχοι «με διάρκεια μεγαλύτερη των τριών μηνών, μας δίνουν μεγαλύτερες πιθανότητες αποκάλυψης μεταβολικών, νευρικών, ορμονικών, ανοσοποιητικών ή καρκινικών παθήσεων», έγραψε ο Seralini σε ένα άρθρο του ανασκευής των υφιστάμενων απόψεων («Πως μπορούν να παραβλεφθούν οι μεσοπρόθεσμες και χρόνιες επιπτώσεις στην υγεία για τους Γ.Τ.Ο., τα φυτοφάρμακα ή τα χημικά», IJBS, 2009). Ακόμη περαιτέρω, η ανάλυση της Μονσάντο συνέκρινε μη συγγενικές μεταξύ τους τροφικές ομάδες, θολώνοντας έτσι τα αποτελέσματα. Η ανασκευή του Ιουνίου του 2009, επεξηγεί πως «η μόνη έγκυρη μέθοδος που έχουμε για να απομονώσουμε το αποτέλεσμα της διαδικασίας μετατροπής των Γ.Τ. παραγώγων από άλλες μεταβλητές, είναι η σύγκριση των Γ.Τ.Ο…. με τα ισογονικά μη Γ.Τ. αντίστοιχά τους».
Οι ερευνητές, μετά από τη μελέτη και των τριών Γ.Τ.Ο., συμπέραναν πως στα τρόφιμα θα υπάρχουν πλέον νέα, πρωτοφανή, υπολείμματα φυτοφαρμάκων, τα οποία θ’ αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία αυτών που θα τα καταναλώνουν. Κατέληξαν με την επισήμανση πως απαιτείται «άμεση απαγόρευση της εισαγωγής και καλλιέργειας αυτών των Γ.Τ.Ο. και συνέστησαν έντονα την εκτέλεση επιπρόσθετων μακροχρόνιων (διάρκειας δύο ετών) και πολυγενεακών διατροφικών μελετών πάνω σε ζώα, σε τουλάχιστον τρία διαφορετικά είδη, έτσι ώστε να εξασφαλιστούν αληθή επιστημονικά και έγκυρα στοιχεία των τοξικών επιπτώσεων των Γ.Τ. φυτών και τροφίμων, που να καλύπτουν τόσο την σοβαρότητα τους όσο και τη χρονική διάρκεια που αυτές εμφανίζονται».
Αν και η ανθρώπινη υγεία είναι το πρωταρχικό ζήτημα, τα οικολογικά αποτελέσματα μπαίνουν και αυτά στο παιχνίδι, καθώς το 99% των Γ.Τ. φυτών είτε ανέχονται είτε παράγουν φυτοφάρμακα. Αυτός ίσως να είναι και ο λόγος που βλέπουμε τις αποικίες των μελισσών να ερειπώνονται ατάκτως καθώς και μαζικούς θανάτους πεταλούδων. Εάν, εν τέλει, οι Γ.Τ.Ο. εξαλείψουν τα φυτά παραγωγής γύρης στη γη, τότε η καταστροφή θα είναι τραγικά μεγαλύτερη από τον κίνδυνο που αυτά αποτελούν για τους ανθρώπους και τ’ άλλα θηλαστικά.

This entry was posted in Κείμενα Μελών. Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *